ευτύς

(Μ ευθύς)
επίρρ. βλ. ευθύς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευθύς — εία, ύ (ΑΜ εὐθύς, εῑα, ύ, Α ιων. και επικ. τ. ἰθύς) 1. αυτός που έχει τη διεύθυνση τής ευθείας γραμμής, αυτός που δεν λυγίζει ούτε αλλάζει κατεύθυνση (α. «ευθύς οδός» β. «εὐθὺν δὲ πλόον καμάτων ἐκτὸς ἐόντα δίδοι», Πίνδ.) 2. (με ηθ. έννοια)… …   Dictionary of Greek

  • Daskalogiannis — Ioannis Vlachos Ιωάννης Βλάχος Nickname Daskalogiannis Δασκαλογιάννης …   Wikipedia

  • Daskalogiannis — Büste in Anopolis Daskalogiannis (griechisch Δασκαλογιάννης, eigentlich: Ioannis Vlachos (griechisch Ιωάννης Βλάχος; * um 1725 in Anopolis; † 17. Juni 1771 in Iraklio), war der Anführer eines Aufstands der …   Deutsch Wikipedia

  • Даскалояннис — Мемориал Даскалоянниса в Анополь, Греция. Иоаннис Влахос (греч …   Википедия

  • ευθύς — και ευτύς επίρρ. χρον., αμέσως, χωρίς καθυστέρηση ή αναβολή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.